Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Ἡ μετάνοια τοῦ Θεοῦ

Ἡ μετάνοια τοῦ Θεοῦ

Μᾶς φαίνεται ἐντελῶς ἀνάρμοστο καί πολύ ἀνάξιο τοῦ Θεοῦ, Θεός αὐτός νά μετανοεῖ. Ὁ Θεός εἶναι πάνσοφος, ὥστε δέν μπορεῖ νά κάνει λάθη, καί εἶναι ἀκόμη παντογνώστης καί προγνώστης, ὥστε μπορεῖ νά προλαβαίνει τίς καταστάσεις καί δέν χρειάζεται νά μετανοεῖ. Κι ὅμως, ὑπάρχουν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἡ ἁγία Γραφή μιλάει γιά μετάνοια τοῦ Θεοῦ.
Χαρακτηριστικό εἶναι αὐτό πού μᾶς ἀναφέρει τό βιβλίο τοῦ Ἰωνᾶ. Ἡ βαθειά καί εἰλικρινής μετάνοια τῶν Νινευϊτῶν ἀναγκάζει τόν Θεό νά ἀλλάξει τό σχέδιο τῆς καταστροφῆς τους, νά μήν πραγματοποιήσει τήν ἀπειλή του, πού ρητά εἶχε ἀναγγείλει ὁ προφήτης, ἀλλά νά τούς συγχωρήσει. «Καί εἶδεν ὁ Θεός τά ἔργα αὐτῶν, ὅτι ἀπέστρεψαν ἀπό τῶν ὁδῶν αὐτῶν τῶν πονηρῶν, καί μετενόησεν ὁ Θεός ἐπί τῇ κακίᾳ ᾗ ἐλάλησε τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς, καί οὐκ ἐποίησε» (Ἰωνᾶς 3,10).
Ὅσο παράδοξη παρουσιάζεται γιά τήν ἀνθρώπινη λογική ἡ μετάνοια τοῦ Θεοῦ, τόσο θεολογική εἶναι ἡ ἀλήθεια πού ἀποκαλύπτει. Πράγματι, ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν Θεό νά μετανοήσει δἐν ἦταν οὔτε ἐσφαλμένη ἐκτίμηση οὔτε εἰδική συμπάθεια, ἀλλά, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «ἡ μεταβολή τοῦ βίου». Εἶδε τούς Νινευΐτες νά μεταπηδοῦν ἀπό τόν πονηρό τρόπο ζωῆς σέ ἀγαθό, καί αὐτός «μεταφοιτᾷ πρός τό ἥμερον καί ἀναβάλλεται τήν καταστροφήν καί φειδοῦς ἀξιοῖ», ἐξηγεῖ καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. Ἐφόσον ἔλαβε τέλος ἡ ἁμαρτία, «ἀνίησι καί αὐτός τήν ὀργήν καί μεταβουλεύεται τά χρηστά».
Τό μήνυμα εἶναι ξεκάθαρο καί πολύ παρηγορητικό γιά τήν ἁμαρτωλή καί πάντοτε ἁμαρτάνουσα ἀνθρωπότητα. Ἡ δική μας μετάνοια ἀνακαλεῖ τήν καταδικαστική ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς, ἀνατρέπει τήν ἀπειλή του καί ἀποκρούει τή θεήλατη ὀργή. Μόλις μᾶς δεῖ νά ἐπιστρέφουμε κοντά του ὁ Θεός, λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, τρέχει, μᾶς ξεφορτώνει ἀπό τό φορτίο τῶν ἁμαρτημάτων μας καί μᾶς προσφέρει τίς δωρεές του. Διότι οὔτε κι ἐμεῖς δέν ἐπιθυμοῦμε τόσο τή σωτηρία μας, ὅσο αὐτός ἐπείγεται νά μᾶς τήν χαρίσει. Τό ἔλεος καί ἡ ἀγάπη του βρίσκουν δρόμο μέσα στή μετανοημένη καρδιά καί τήν σώζουν.
Τί δυνατό δικαίωμα γιά τή σωτηρία μᾶς ἔχει παραχωρήσει, στ' ἀλήθεια, ὁ Κύριος! Ἄν μέ τήν προσευχή ὁ ἄνθρωπος παλεύει μέ τόν Θεό, μέ τή μετάνοια μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι κατανικᾶ τόν Παντοδύναμο.
Ἀλλά μιά τέτοια δύναμη, εὔλογο εἶναι ὅτι προϋποθέτει πολύ κόπο ἐκ μέρους μας. Δέν εἶναι εὔκολο νά νικήσουμε τόν Θεό καί νά ἀλλάξουμε τίς βουλές του. Γιά νά μᾶς χαρίσει ὁ Κύριος αὐτή τήν ἀσύλληπτη νίκη, χρειάζεται νά δείξουμε «ἔργα» μετανοίας. Καί τά ἔργα τῆς δικῆς μας μετανοίας εἶναι ἡ πίστη, ἡ συναίσθηση καί ἡ διόρθωση, ἡ προσευχή καί ἡ ἐξομολόγηση, ἡ νηστεία.
Ὅλα αὐτά ὀνομάζονται στή Γραφή μέ μιά πολύ παραστατική λέξη, πού κρύβει μέσα της ἔντονη προσπάθεια καί βαθειά ἀποφασιστικότητα· λέγονται ἐπιστροφή. Εἶναι ἡ μόνη κίνηση πού ἀναγκάζει τόν Θεό σέ μετάνοια, ὅπως λέει ὁ προφήτης Ἰερεμίας· «Πέρας λαλήσω ἐπί ἔθνος ἤ ἐπί βασιλείαν τοῦ ἐξᾶραι αὐτούς καί τοῦ ἀπολλύειν, καί ἐπιστραφῇ τό ἔθνος ἐκεῖνο ἀπό πάντων τῶν κακῶν αὐτῶν, καί μετανοήσω περί τῶν κακῶν, ὧν ἐλογισάμην τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς» (18,7-8). Εἶναι ἡ μόνη κίνηση πού κάνει τόν Πατέρα νά βγεῖ τρέχοντας στό δρόμο καί νά ἀγκαλιάσει καί νά φιλήσει τόν ἄσωτο γιό πού ἐπιστρέφει κοντά του.
Πῶς ὅμως συμβαίνει νά μετανοεῖ ὁ Θεός; Μιά ἄποψη εἶναι ὅτι ἡ μετάνοια τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἕνα παιχνίδι ἀγάπης μαζί μας, ἕναν τρόπο ἀγωγῆς καί ἐκπαιδεύσεώς μας. Ὁ Θεός λαλεῖ μέ παιδιά καί γι' αὐτό, ὅταν μᾶς ἀπειλεῖ, προσποιεῖται ὅτι δέν εἶναι προγνώστης, ἀλλά μᾶς ἀπειλεῖ, σάν νά μιλοῦσε σέ βρέφη· καί ὅταν μπροστά στήν ἀπειλή ἐμεῖς μετανοοῦμε, ἐκεῖνος μᾶς λέει «μετανοῶ». Ὁ Θεοδώρητος διευκρινίζει ὅτι ὁ Θεός δέν μετανοεῖ ὅπως ἐμεῖς, διότι δέν μπορεῖ νά θέλει ἄλλο τώρα καί ἄλλο ὕστερα. Ἁπλῶς, στή δική μας μετάνοια χαρίζει τή μετάνοιά του, ὀνομάζοντας μετάνοια τή μεταβολή τῆς ἀπειλῆς. Κακία δέ, γιά τήν ὁποία μετανοεῖ, δέν ἐννοεῖ βέβαια κάποια δική του φαυλότητα, λέει πάλι ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἀλλά «τήν κακωτικήν ὀργήν», τήν ἀπειλή τῆς τιμωρίας, κατά τόν Θεοδώρητο.
Εἶναι, λοιπόν, ἡ μετάνοια τοῦ Θεοῦ ἡ συγγνώμη πού σταλάζει ἀπό τή χάρη του, σύμφωνα μέ τήν ὐπόσχεσή του ὅτι «καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψα 50,19). Εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἡ συμφιλίωση καί ἡ καταλλαγή μας μέ τόν Θεό, εἶναι τέλος ἡ μεσιτεία του Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἔγινε «ὁ ἱλασμός περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α΄ Ἰω 2,2). Καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἠ μετάνοια τοῦ Θεοῦ ἐκφράζεται καί πραγματώνεται στή ζωή μας εἶναι τό μυστήριο, στό ὁποῖο οἰκονόμησε ὁ Θεός νά ἀποθέτει ὁ ἄνθρωπος τή δική του μετάνοια μπροστά στόν πνευματικό. Ἐκεῖ, κάτω ἀπό τό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ, ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου συναντᾶ τή μετάνοια τοῦ Θεοῦ καί συντελεῖται ἡ λύτρωση.
Στήν πραγματικότητα ὁ Θεός μένει πάντοτε ὁ ἴδιος· ἀναλλοίωτα ἐλεήμων καί αἰώνια ἀγαπῶν. Ἡ ἁμαρτία ὅμως μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό κοντά του, παρεμβάλλει ἀνάμεσά μας ἕνα πέπλο σκότους, δημιουργεῖ γύρω μας μιά ἀποπνικτική ἀτμόσφαιρα· μέ ἕνα λόγο, μᾶς ἐγκλωβίζει στό χῶρο τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ χῶρος τῆς ὀργῆς. Οἱ ἀκτῖνες τῆς θείας χάριτος δέν φθάνουν ἐκεῖ καί τό παντοειδές κακό ἄγριο χυμᾶ πάνω μας. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος πού ἀμετανόητα ἁμαρτάνει, χτίζει μέ τά ἴδια του τά χέρια τήν κόλασή του.
Ἡ μετάνοια εἶναι τό συγκλονιστικό ἐκεῖνο ρῆγμα πάνω στό ἀπροσπέλαστο φράγμα τοῦ χωρισμοῦ μας ἀπό τόν Θεό, πού τό καταφέρουν τά δάκρυα τῆς καρδιᾶς μας. Μέσα ἀπό τή ρωγμή τῆς συντριβῆς μας περνᾶ ὁ Θεός καί μᾶς ἀγκαλιάζει. Μέσα ἀπό τό ἄνοιγμα τῆς ἐξομολογήσεώς μας ἐλευθερώνεται ἡ ψυχή μας καί ἐγκαθίσταται στή χώρα τοῦ ἐλέους καί τῆς μακροθυμίας. Μέ τή μετάνοιά μας γινόμαστε εὐνοούμενοι τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι πολύ ὠφέλιμο νά σκεπτόμαστε πάντοτε τή μετάνοια τοῦ Θεοῦ. Νά τήν ἐπικαλούμαστε καί νά προσπαθοῦμε νά τήν κερδίσουμε μέ ὅλα τά μέσα πού θέτει στή διάθεσή μας ἡ Ἐκκλησία. Καί νά μή ξεχνοῦμε ὅτι εἶναι πόθος καί ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ νά νικοῦμε τήν ὀργή του, γιά νά ὑπερισχύει τό ἔλεός του πάνω μας.

Στέργιος Ν. Σάκκος

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Μαρία η Μαγδαληνή. Το αληθινό της πρόσωπο.

Στά γεγονότα τῶν σεπτῶν παθῶν καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου συναντοῦμε συχνά τήν Μαρία Μαγδαληνή. Εἶναι μία ἀπό τίς μυροφόρες, ἡ πρώτη στήν ὁποία ἐμφανίσθηκε ὁ ἀναστημένος Κύριος. Ἀλλά ἡ γυναίκα αὐτή ἔχει πολύ παρεξηγηθεῖ ἀπό πολλούς, οἱ ὁποῖοι παραποίησαν καί κακοποίησαν φοβερά τήν προσωπικότητά της.

Γιά τό λόγο αὐτό δέν θά ’ταν, νομίζω, καθόλου ἄκαιρο καί ἀδιάφορο νά παρουσιάσω τό ἀληθινό πρόσωπο τῆς Μαρίας Μαγδαληνῆς, ἔτσι ὅπως αὐτό ἀναδύεται μέσα ἀπό τίς ἀναφορές τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Κατ’ ἀρχήν ἡ παρανόηση τῆς Μαρίας Μαγδαληνῆς, ἀνάγεται σέ ἀρχαίους Λατίνους ἑρμηνευτές, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τήν πρώτη ὕλη γιά εὐφάνταστα μυθολογήματα καί δημιουργήθηκε ἔτσι στή Δύση μία ἀπέραντη φιλολογία, πού ἀνθεῖ μέχρι σήμερα, ἡ λεγόμενη Μαγδαληνολογία. Σέ περιόδους παρακμῆς παρεισέφρησαν καί στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς τά παραμύθια τῶν παπικῶν. Στήν ἐποχή μας δέ, ἔγιναν ὑποθέσεις μυθιστορημάτων καί κινηματογραφικῶν ἔργων καί διαδόθηκαν πλατιά στό λαό, μέ ἀποτέλεσμα σήμερα πολλοί ὀρθόδοξοι Χριστιανοί νά ἀγνοοῦν τήν ἀλήθεια γιά τό πρόσωπο τῆς σεμνῆς αὐτῆς μαθήτριας τοῦ Κυρίου καί νά συνδέουν τή Μαρία Μαγδαληνή μέ πράγματα ὄχι μόνο ἀνυπόστατα ἀλλά καί βλάσφημα.

Ποιά εἶναι, λοιπόν, πράγματι ἡ Μαρία Μαγδαληνή; Τό ὄνομα Μαγδαληνή δηλώνει ὅτι ἡ Μαρία καταγόταν ἀπό τά Μάγδαλα (Μθ 15,39), μία κωμόπολη τῆς Γαλιλαίας, τήν ὁποία οἱ ἑρμηνευτές τοποθετοῦν στά βόρεια τῆς λίμνης Τιβεριάδος, στήν περιοχή τῆς σημερινῆς Ἔλ Μεγντζίλ. Κακῶς οἱ Λατῖνοι,παρασυρμένοι προφανῶς ἀπό τό χαρακτηρισμό της ὡς μυροφόρου, τήν ταυτίζουν μέ τήν ἀνώνυμη πόρνη, πού μετανόησε καί μνημονεύεται ἀπό τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ (Λκ 7,37-50) ὅτι μύρωσε τόν Ἰησοῦ.

Μία ἄλλη γραφική πληροφορία γιά τή Μαρία Μαγδαληνή, πού διασώζεται ἀπό τούς εὐαγγελιστές Μᾶρκο καί Λουκᾶ, λέει ὅτι ἡ Μαρία ἦταν πρῶτα δαιμονιζόμενη καί εἶχε ἑπτά δαιμόνια, τήν θεράπευσε ὅμως ὁ Ἰησοῦς, καί μετά τή θεραπεία της ὑπονοεῖται ὅτι τόν ἀκολουθοῦσε καί τόν διακονοῦσε, μαζί μέ τίς ἄλλες μαθήτριές του. Καί αὐτή τήν εὐαγγελική πληροφορία τήν ἔχουν παραποιήσει οἱ Λατῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἑρμήνευσαν τά ἑπτά δαιμόνια ὡς ἑπτά θανάσιμα ἁμαρτήματα, ὅσα μετροῦν οἱ δυτικοί.
Συνολικά ἀναφέρεται στά εὐαγγέλια ἕνδεκα φορές, πάντοτε μέ τό ἐπίθετο Μαγδαληνή καί πάντοτε ἀπαριθμεῖται πρώτη, ὅπως ἀπό τούς μαθητές πρῶτος ἀριθμεῖται ὁ Πέτρος. Μόνο στό Ἰω 19,25 δέν ἔχει τήν πρώτη θέση ἡ Μαρία, διότι ἐκεῖ μνημονεύεται πρώτη ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Κυρίου. Συγκεκριμένα ἀναφέρεται στή διακονία τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ (Λκ 8,2), στό σταυρό (Μθ 27,56· Μρ 15,40· Ἰω 19,25), στήν ταφή (Μθ 27,61· Μρ 15,47), στήν ἀνάσταση (Μθ 28,1· Μρ 16,1.9· Λκ 24,10· Ἰω 20,1-18). Οἱ εὐαγγελιστές Ματθαῖος καί Λουκᾶς γράφουν ἁπλῶς ὅτι ἀπό τούς πρώτους εἶδε τόν ἀναστημένο Ἰησοῦ Χριστό, χωρίς νά διευκρινίζουν ἄν ἦταν μόνη ἤ μαζί μέ ἄλλους, ἐνῶ ὁ Μᾶρκος καί ὁ Ἰωάννης σημειώνουν ὅτι μόνη της ἡ Μαρία εἶδε πρώτη τήν ἀναστημένο Κύριο. Μάλιστα ὁ Ἰωάννης διηγεῖται λεπτομερῶς αὐτή τήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου.

Ἐκτός ἀπό τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς παραδίδει ἡ Καινή Διαθήκη, γνωρίζουμε ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διασώζεται στήν ὕμνολογία της, ὅτι ἡ Μαρία Μαγδαληνή ἦταν παρθένος· «ὑπήντησας τῇ παρθένῳ δωρούμενος τήν ζωήν», ψάλλουμε στό ἀπολυτίκιο τοῦ πλάγιου β’ ἤχου. (Μόλις πού χρειάζεται νά ὑπενθυμίσω ὅτι παρθένος ἐδῶ δέν εἶναι ἡ Παναγία μας, ἀλλά ἡ Μαρία Μαγδαληνή). Ἡ πληροφορία αὐτή τῆς παραδόσεως συμβιβάζεται ἀκριβέστατα μέ τίς μαρτυρίες τῆς ἁγίας Γραφῆς, διότι ὅσο μέν ἦταν δαιμονιζόμενη δέν ἦταν ἔγγαμος οὔτε πόρνη (διαφορετικά θά τό σημείωνε ἡ Γραφή), ἀφ’ ὅτου δέ θεραπεύτηκε καί ἀκολούθησε πάραυτα τόν Ἰησοῦ, εἶναι φανερό καί φυσικό ὅτι δέν παντρεύτηκε. Ἐκτός αὐτοῦ ἡ παράδοση βασίζεται προφανῶς καί σέ μία ἀρχική καί ἀδιάκοπη ἱστορική πληροφορία ἐκτός Καινῆς Διαθήκης. Ὅτι ἦταν παρθένος ἡ Μαγδαληνή Μαρία ὑπάρχουν τόσα τεκμήρια ὅσα καί γιά τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη.

Ἕνα ἄλλο ἐπίσης παρεξηγημένο στοιχεῖο τῆς ταυτότητας τῆς Μαγδαληνῆς εἶναι ἡ ἡλικία της. Τά μυθιστορήματα καί οἱ κινηματογραφικές ταινίες τήν παρουσιάζουν σάν μία νεαρή, ὡραία καί προκλητική γυναίκα, περίπου 20-25 ἐτῶν καί πλάθουν ποικίλα ἀνόητα καί βρώμικα σενάρια, ὅπου ἡ ἀρρωστημένη φαντασία συναγωνίζεται τήν αἰσχρή καί λάγνα προαίρεση. Ἀλλά ὅλες αὐτές οἱ φαντασιώσεις καμία σχέση δέν ἔχουν μέ τήν ἀλήθεια. Βέβαια στά εὐαγγέλια δέν γίνεται λόγος γιά τήν ἡλικία τῆς Μαρίας Μαγδαληνῆς. Μπορεῖ ὅμως ὁ ἀναγνώστης μέ μία προσεκτική μελέτη νά συναγάγει ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή ἦταν ἄνω τῶν 50-60 ἐτῶν. Τό συμπέρασμα αὐτό βγαίνει ἀβίαστα ἀπό τό γεγονός ὅτι πάντοτε ἡ Μαρία φαίνεται νά ἔχει τήν πρώτη θέση ἀνάμεσα στίς μαθήτριες τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἡλικία μητέρων σέ σχέση μέ τούς μαθητές, μία δέ ἀπό αὐτές, ἡ Σαλώμη, ἦταν μητέρα δύο μαθητῶν, τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου. Ἄν, ὅπως εἶναι εὔλογο, ὑπολογίσουμε ὅτι οἱ μαθητές ἦταν περίπου 30-35 ἐτῶν, φυσικά ἡ ἡλικία τῆς Σαλώμης καί τῶν ἄλλων μαθητριῶν τοῦ Κυρίου θά ἦταν γύρω στά 50 μέ 60 χρόνια. Ἑπομένως ἡ Μαρία Μαγδαληνή, ἡ ὁποία άναφέρεται ὡς ἀρχηγός τοῦ ὁμίλου τῶν γυναικῶν πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο, δέν θά μποροῦσε νά εἶναι νεότερη· θά ἦταν καί αὐτή τουλάχιστον 50-60 ἐτῶν.

Μέ τά στοιχεῖα αὐτά, τεκμηριωμένα ἀπό τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί βεβαιωμένα ἀπό τή μαρτυρία τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας του, μποροῦμε νά βλέπουμε στή Μαρία Μαγδαληνή τήν ὥριμη καί συνετή μαθήτρια τοῦ Κυρίου, πού εὐεργετημένη ἀπό τό Μεγάλο Διδάσκαλο ἀφοσιώθηκε στή διακονία τοῦ ἔργου του, μαζί μέ τίς ἄλλες εὐσεβεῖς γυναῖκες, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες ἡ Μαρία κατέχει ἡγετική θέση. Ἀκολούθησε πιστά τόν Κύριο σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς του καί ἀξιώθηκε πρώτη αὐτή νά τόν συναντήσει ἀναστημένο καί νά γίνει γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁ πρῶτος μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως.

(Στέργιος Ν. Σάκκος, ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)

टीα τρια πάσχα

Ἕνα ἀπό τά καλύτερα μαθήματα πού θά εἶχε νά μάθει καί νά σπουδάσει κάθε πιστός Χριστιανός εἶναι τό μάθημα πού ἀποκαλύπτει ἱστορικά, προφητικά καί θεολογικά τό περιεχόμενο τῆς γιορτῆς τοῦ Πάσχα.

Τρία διάφορα πάσχα ἀποκαλύπτονται μέσα στήν Ἁγία Γραφή καί ἡ μελέτη τους μᾶς βοηθάει νά καταλάβουμε πέρα γιά πέρα τό νόημα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας.

Τό πρῶτο πάσχα εἶναι τό πάσχα τῶν Ἑβραίων. Ἡ γιορτή αὐτή συνδέεται μέ ἕνα μεγάλο γεγονός τῆς ἱστορίας τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ. Καί τό γεγονός αὐτό εἶναι ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τήν σκλαβιά τῶν Αἰγυπτίων. Πάσχα στά ἑβραϊκά σημαίνει διάβαση, σημαίνει φεύγω ἀπό μιά κατάσταση καί πηγαίνω σέ ἄλλη, σημαίνει λύτρωση. Ὅσοι ἔχετε τήν εὐτυχία νά μελετᾶτε τήν Ἁγία Γραφή θυμᾶστε καί ἀπό τό βιβλίο τῆς Ἐξόδου, ἀλλά καί ἀπό τά ἄλλα βιβλία τῆς Π. Διαθήκης, μέ πόσες λεπτομέρειες περιγράφεται τό γεγονός αὐτό. Ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ βρίσκεται ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἰωσήφ στήν Αἴγυπτο. Καλοπερνοῦν στήν ἀρχή, ἀλλά ἀργότερα, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἰωσήφ, μετά τήν ἄνοδο ἄλλων φαραώ στό θρόνο, μετά τήν μεγάλη αὔξηση τῶν Ἑβραίων βασανίζονται ἀπό τούς Αἰγυπτίους σκληρά. Ἕνα ἀπό τά φοβερά μέτρα πού πῆραν οἱ Αἰγύπτιοι εἶναι νά ἐξοντώνουν ὅλα τά παιδιά τῶν Ἑβραίων. Ἔτσι βρέθηκε ὁ Μωυσῆς πεταμένος στόν Νεῖλο. Τόν σώζει θαυματουργικά ὁ Θεός καί τόν ἀναδεικνύει ἡγέτη τοῦ Ἰσραήλ γιά νά ἐλευθερώσει τόν λαό του. Οἱ φαραώ καί δέν θέλουν τούς Ἑβραίους στή χώρα τους, γιατί τούς βλέπουν νά ξαπλώνουν ὅλο καί περισσότερο, ἀλλά καί δέν τούς ἀφήνουν νά φύγουν. Τούς θέλουν σκλάβους νά καλλιεργοῦν τούς κήπους, νά κτίζουν πυραμίδες, νά τούς βασανίζουν. Βασανίζονται καί ὑποφέρουν μέχρι τή στιγμή πού ὁ Θεός μέ τό Μωυσῆ ἐκπληρώνει τό μεγάλο σχέδιο καί τούς ἀπελευθερώνει. Τούς ἀπελευθερώνει στίς 14 τοῦ Νισάν (ὁ Νισάν εἶναι ἕνας μήνας τῶν Ἑβραίων πού πιάνει μισό Μάρτιο καί μισό Ἀπρίλιο), ἀφοῦ πατάσσει πρῶτα μέ τίς 10 πληγές τούς Αἰγυπτίους. Ἡ ἡμέρα τῆς ἀπελευθερώσεως ὀνομάζεται πάσχα καί γιορτάζεται ἀπό τούς Ἑβραίους σέ ὅλη τήν Π. Διαθήκη ἀλλά καί μέχρι σήμερα. Ἰδιαίτερα συνδέονται μέ τή μέρα αὐτή τό ἀρνί, πού ἔσφαξαν καί τό ἔφαγαν ψητό χωρίς νά σπάσουν τά κόκκαλά του, τά πικρά χόρτα, οἱ πικρίδες, καί τό ἄζυμο ψωμί. Μετά τό πάσχα αὐτό πέρασαν θαυματουργικά τήν Ἐρυθρά θάλασσα. Γι’ αὐτό τό μεγάλο γεγονός τῆς ἱστορίας τῶν Ἑβραίων γίνεται μιά γιορτή. Καί γιορτή θά πεῖ νά ξαναζοῦν οἱ ἀπόγονοι τό γεγονός ὅπως τό ἔζησαν οἱ πρόγονοι. Τότε γιορτάζω, ὅταν ξαναζῶ τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς, τό πρῶτο γεγονός. Μέ δυό λόγια, τό πάσχα τῶν Ἑβραίων εἶναι ἐλευθερία ἀπό τή σκλαβιά τῶν Αἰγυπτίων καί θαυματουργική διάβαση ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα. Καί τό πάσχα αὐτό εἶναι μιά καταπληκτική προφητεία γιά τό δεύτερο πάσχα, το χριστιανικό. Τό δεύτερο πάσχα εἶναι τό πάσχα τῆς Κ. Διαθήκης. Ὅλες αὐτές τίς μέρες πού ἀκούσαμε τόσα εὐαγγελικά ἀναγνώσματα, καί ψάλαμε τόσα τροπάρια ἐμβαθύναμε στό πάσχα αὐτό. Συνοψίζεται τό βαθύ νόημα τοῦ πάσχα τῆς Κ. Διαθήκης σ’ ἕνα ἀπό τά πρῶτα πασχαλινά τροπάρια πού ψάλλουμε στόν ἀναστάσιμο κανόνα «Ἀναστάσεως ἡμέρα...». Συνδέεται τό χριστιανικό πάσχα μέ τό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Καί ὁ θάνατος καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι τό μεγαλύτερο γεγονός ὄχι μόνο τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας ἀλλά καί τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ὁ θάνατος καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ εὐαγγελίου, εἶναι τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι τό πᾶν στήν πίστη μας, εἶναι οἱ δύο ὄψεις ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ εὐαγγελίου.

Ἡ πρώτη, ἡ μεγάλη ἀλήθεια, τό κέντρο τῆς πίστεώς μας εἶναι ὁ θάνατος καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλο πρᾶγμα στήν πίστη μας ἡ ἀγάπη, μεγάλο ἡ ἀλήθεια, ἀλλά ὅλα αὐτά εἶναι ἔννοιες, εἶναι θεωρίες. Ἡ ἀνάσταση εἶναι γεγονός. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός; Ὅλα στέκονται. Δέν ἀναστήθηκε; Τίποτε δέν στέκεται ὄρθιο. Καί γιά τό γεγονός δέν χρειαζόμαστε οὔτε θεωρίες οὔτε ἀποδείξεις, ἀλλά μαρτυρίες. Τέτοιες μαρτυρίες μᾶς καταθέτουν οἱ μάρτυρες ἐκεῖνοι πού εἶδαν ἀναστημένο τό Χριστό. Ὁ Παῦλος γράφει στούς Κορινθίους (τό διαβάζουμε στό 15 κεφ. τῆς Α’ πρός Κορινθίους Ἐπιστ.). Σᾶς παρέδωσα πολλά, ἀλλά πρῶτα-πρῶτα σᾶς παρέδωσα αὐτό πού παρέλαβα. Καί ποιό εἶναι αὐτό; Τό συνοψίζει σέ τέσσερα ρήματα: ὅτι ὁ Χριστός πέθανε, θάφτηκε, ἀναστήθηκε καί φανερώθηκε. Πέθανε: Βεβαιώνεται μέ τήν ταφή του. Ἀναστήθηκε: Βεβαιώνεται καί ἀποδεικνύεται μέ τήν ἐμφάνισή του. Νά, λοιπόν, τά ἀντικείμενα τῆς πίστεώς μας. Τό πρῶτο ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἄνθρωπος, ἀφοῦ πέθανε καί θάφτηκε. Τό δεύτερο ὅτι εἶναι Θεός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε καί φανερώθηκε. Εἶναι ὁ Χριστός Θεάνθρωπος. Αὐτό ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς πίστεώς μας, τό περιεχόμενο τοῦ δικοῦ μας πάσχα. «Πάσχα Κυρίου πάσχα», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, τό ὁποῖο εἶναι μέρα ἀναστάσεως. «Ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν Χριστός ὁ Θεός ἡμᾶς διεβίβασεν». Γιά τούς Ἑβραίους τό πάσχα ἦταν ἐλευθερία ἀπό τή σκλαβιά τῶν Αἰγυπτίων καί διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης. Τό δικό μας πάσχα εἶναι ἡ μετάβαση ἀπό τό θάνατο στή ζωή, ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Θάνατος εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας, εἶναι τά μνήματα τῶν ἐπιθυμιῶν, εἶναι οἱ πλάκες τῶν παθῶν.

Διάβαση εἶναι τό πέρασμα ἀπό τά ρεύματα τῆς ἀπιστίας καί τῆς φθορᾶς τοῦ κόσμου στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στή χώρα τοῦ Θεοῦ, στήν Ἐκκλησία καί ἀπό τήν Ἐκκλησία του στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Φανταστεῖτε τή ζωή τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀπιστίας σάν ἕνα νεκροταφεῖο γεμάτο πλάκες παθῶν καί ἐπιθυμιῶν. Ὁ Χριστός σπάζει τίς πλάκες καί μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες. Ἐγώ εἶμαι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, διακηρύττει ἕνας πού τοῦ ζήτησαν ἀποδείξεις. Χρόνια πολλά ἤμουν μέσα σ’ ἕνα μνῆμα. Σάπιζα, βρωμοῦσα, ἔνιωθα δεμένος, μέ πλάκωναν τά ἴδια μου τά πάθη. Δέν μποροῦσα νά νιώσω χαρά. Καί μιά μέρα πού ἀκούστηκε τό Χριστός Ἀνέστη, μιά μέρα πού διάβασα τό εὐαγγέλιο καί ἄκουσα τό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ, ἔνιωσα νά σπάζουν τά δεσμά, νά συντρίβονται οἱ πλάκες, νά βγαίνω ἀπό τό μνῆμα, νά μεταφέρομαι σέ μιά νέα ζωή, στή ζωή τῆς χαρᾶς καί τῆς πραγματικῆς εὐτυχίας. Αἰσθάνομαι ἀναστημένος, χαρούμενος, ζωντανός, ὑγιής. Γιά τόν ἑαυτό μου ἐγώ εἶμαι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε. Πάρα πολλοί εἶναι, ὄχι ἕνας καί δυό, αὐτοί πού καταθέτουν τήν ἴδια μαρτυρία καί περιγράφουν ἀπό τό ἕνα μέρος τά μνήματα πού χρόνια κατοίκησαν δυστυχισμένοι καί ἀπό τό ἄλλο τή νέα ζωή, τήν ἀλήθεια ὅτι τό χριστιανικό πάσχα εἶναι μετάβαση ἀπό τό θάνατο τῆς ἁμαρτίας στή ζωή καί μιά μέρα ἀπό τό φυσικό αὐτό θάνατο στήν αἰωνιότητα. Ἀπό τή γῆ, ἀπό ἕναν κόσμο περιορισμένο, ἀπό ἕναν κόσμο σκοτεινό, στόν οὐρανό τῆς Ἐκκλησίας, στόν οὐρανό τῆς χάριτος. Τό εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός μας, μιλάει γιά δυό ἀναστάσεις. Ἡ μιά εἶναι ἡ ἠθική, ἡ πνευματική ἀνάσταση, ἡ ἄλλη είναι ἡ φυσική ἀνάσταση. Μέ τήν ἠθική ἀνάσταση ὁ ἄνθρωπος μέ τήν πίστη καί τή μετάνοια ἀλλάζει ζωή βγαίνει ἀπό τό στρατόπεδο τοῦ σατανᾶ καί μπαίνει στό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ, φεύγει ἀπό τήν ἕλξη τοῦ κόσμου καί μπαίνει στήν ἕλξη τῆς χάριτος. Μέ τήν φυσική ἀνάσταση θ’ ἀναστηθοῦμε ὅλοι ἀπό τά μνήματά μας ὅταν προστάξει ὁ Χριστός. Προηγεῖται ἡ ἠθική ἀνάσταση στόν κόσμο, γιά ν’ ἀκολουθήσει ἡ σωματική ἀνάσταση στόν ἄλλο κόσμο. Νά, λοιπόν, τό πάσχα «Ἀναστάσεως ἡμέρα...». Καί τό ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν δώρων τοῦ Χριστοῦ εἶναι νά λαμπρυνθοῦμε. Γι’ αὐτό καί τό πάσχα λέγεται λαμπρή. Ὅλα εἶναι λαμπρά, ὅλα λαμπρύνονται μέ τό λαμπρό φῶς, μέ τίς λαμπάδες, μέ τά λαμπρά ροῦχα, μέ ὅλα ὅσα δίνουν τήν ἐξωτερική λαμπρότητα. Ἀνώτερη εἶναι ἡ ἐσωτερική λαμπρότης, ὅταν λάμπουμε μέ τή χαρά τοῦ Χριστοῦ, μέ τίς ἀλήθειες τοῦ εὐαγγελίου, ὅταν λάμπουμε μέ τή φωτιά τῆς πίστεως, ὅταν ἀντικατοπτρίζουμε τή λαμπρότητα τοῦ οὐρανοῦ καί ἀποπνέουμε τό ἄρωμα τῆς χάριτος καί τή λάμψη τῆς αἰωνιότητος.

Εἴδαμε ποιό εἶναι τό πρῶτο πάσχα τῆς Π. Διαθήκης, ποιό εἶναι τό δεύτερο πάσχα τῆς Κ. Διαθήκης. Μένει νά δοῦμε καί ποιό εἶναι τό τρίτο πάσχα. Ὅπως τό δεύτερο πάσχα εἶναι ἀνώτερο ἀπό τό πρῶτο (τό πάσχα τῆς Κ. Διαθήκης εἶναι ἡ οὐσία, τό πάσχα τῆς Π. Διαθήκης εἶναι ὁ τύπος), ἔτσι καί τό τρίτο πάσχα εἶναι ἀνώτερο ἀπό τό δεύτερο. Εἶναι τό πάσχα στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, εἶναι αὐτό τό πάσχα πού ἐπεθύμησε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς ὅταν παρέδιδε τό πάσχα τῆς Κ. Διαθήκης στούς μαθητές του. Τούς εἶπε· ἀφήνουμε τό πάσχα τό παλιό, σᾶς δίνω καινούργιο πάσχα. Καί τό καινούργιο πάσχα πού μᾶς χαρίζει ὁ Χριστός δέν τό τελοῦμε μόνο μιά φορά τό χρόνο, τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα, ἀλλά κάθε Κυριακή, κάθε Κυριακή πού κοινωνοῦμε, ὅπως λέει ἕνας ποιητής μας: «Πάσχα θά κάνω πάλι σήμερα, κι εἶν' ἡ λαχτάρα μου μεγάλη· Πάσχα θά κάνω πάλι σήμερα, γιατί θά κοινωνήσω πάλι». Τότε, λοιπόν, πού παραδίδει τό μυστικό δεῖπνο, τό σῶμα του καί τό αἷμα του, γιά νά ’χουμε σέ ὅλη μας τή ζωή πάσχα, γιά νά ’χουμε Πασχαλιά κάθε μέρα πού θά κοινωνοῦμε καί θά ἀγαποῦμε τό Χριστό, ἐκφράζει καί τήν ἐπιθυμία του ὁ Κύριος ὅτι θέλει νά φάει τό πάσχα τό καινούργιο, τό καινόν. Ποῦ; Στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Εἶναι, λοιπόν, τό πάσχα πού περιμένουμε ὅλοι, καί γιά τό ὁποῖο ψάλλει πάλι ἡ Ἐκκλησία μας σ’ ἕνα ἀπό τά τροπάρια τοῦ ἀναστάσιμου κανόνος: «Ὦ Πάσχα τό μέγα καί ἱερώτατον, Χριστέ, ὦ Σοφία καί Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Δύναμις, δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου». Τί θά πεῖ «ἐκτυπώτερον»; Τώρα δέν βλέπουμε μέ τά μάτια μας τό Χριστό· μέ τήν πίστη μας τόν βλέπουμε. Δέν βλέπουμε μέ τά μάτια μας τήν ἀνάσταση, οὔτε τόν πιάνουμε τό Χριστό, οὔτε τόν ἀκοῦμε. Ὅλα αὐτά τά βλέπουμε μέ τήν πίστη. Δέν περπατοῦμε μέ εἶδος, λέει ὁ Παῦλος, ἀλλά μέ τήν πίστη. Πολλές φορές ἀκοῦμε τούς ἀπίστους νά λένε: Γιά ποιά ἀνάσταση μᾶς μιλᾶτε; Καί πρῶτα πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι καί τώρα πεθαίνουν. Καί πρίν ἀπό τήν ἀνάσταση καί μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὁ κόσμος τό ἴδιο εἶναι. Δέν μποροῦν νά δοῦν τήν ἠθική καί πνευματική ἀνάσταση, γιατί λείπει ἡ ἕκτη αἴσθηση, αὐτή ἡ αἴσθηση πού λέγεται πίστη. Ὅπως ἕνας τυφλός δέν βλέπει τόν ἥλιο καί τά λουλούδια, ἔτσι καί ὁ ἄπιστος δέν βλέπει τήν ἠθική καί πνευματική ἀνάσταση. Ὁ πιστός τά βλέπει μέ τήν πίστη. Ὅσο πιστός ὅμως κι ἄν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅσο δυνατή κι ἄν εἶναι ἡ πίστη του, δέν μπορεῖ νά χορτάσει τά θαύματα τῆς πίστεως. Λαχταρᾶ κάτι περισσότερο, κάτι ἀνώτερο. Αὐτή τή λαχτάρα εἶχε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, αὐτή τή λαχτάρα εἶχαν καί ἔχουν ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Χριστοῦ: Νά ἔρθει ἡ μέρα τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Ὅπως ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, ἔτσι κι ἐμεῖς θ’ ἀναστηθοῦμε, γιά νά γιορτάσουμε τό τρίτο πάσχα, τό πάσχα στήν εὐλογημένη καί αἰώνια βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πού εἶναι τό «ἐκτυπώτερον» καί τελειότερο πάσχα. Σ' ἐκεῖνο τό πάσχα ἡ χαρά μας καί ἡ εὐφροσύνη θά εἶναι ἀπερίγραπτη. Συγκεντρῶστε τίς ὡραιότερες μέρες καί ὧρες τῆς ζωῆς σας. Ποιές εἶναι; Οἱ ἐπιτυχίες σας, ἡ ἡμέρα τοῦ γάμου σας, ἡ ἡμέρα γεννήσεως παιδιῶν, ἀποκαταστάσεως παιδιῶν; Ποιές εἶναι; Μαζέψτε ὅλες τίς ὡραῖες, εὐχάριστες κι ἀνώδυνες μέρες καί ὧρες πού ζήσατε στή ζωή σας. Ὅλες αὐτές εἶναι ἕνα ἴχνος τῆς χαρᾶς τῆς αἰωνιότητος. Εἶναι ἕνα δευτερόλεπτο τῆς χαρᾶς τῆς αἰωνιότητος. Εἶναι ἀδύνατο νά περιγράψει γλῶσσα ἀνθρώπου, νά συλλάβει νοῦς ἀνθρώπου τή χαρά καί τήν εὐφροσύνη τοῦ παραδείσου, τοῦ τρίτου πάσχα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πού ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί ἀπήλαυσε γιά λίγο τό οὐράνιο αὐτό πάσχα, ἦλθε καί δέν μᾶς ἔγραψε τίποτε. Καί ἐνῶ μᾶς περιέγραψε τόσα ἄλλα πράγματα, γι’ αὐτό δέν μπόρεσε νά μᾶς μιλήσει. Καί ξέρετε γιατί δέν μπόρεσε; Σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα: Πεῖτε ὅτι παίρνουμε ἕναν Ἐσκιμῶο ἀπό τή χώρα του καί τόν πηγαίνουμε στή Μόσχα, στό Παρίσι, στό Λονδῖνο, στή Ν. Ὑόρκη, καί μετά τόν πηγαίναμε πάλι στούς δικούς του, θά μποροῦσε νά πεῖ τίποτε; Τί θά ἔλεγε; Πῶς θά περιέγραφε τά ἐργοστάσια, τίς βιτρίνες, τά τόσα καταπληκτικά, ὅταν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι συνεννοοῦνται μέ λίγες μόνο λέξεις; Ἔτσι, δέν ἔχει λεξιλόγιο ἡ ζωή μας, δέν ἔχει δύναμη σκέψεως νά συλλάβει καί νά περιγράψει τά κάλλη, τήν εὐφροσύνη, τά τραπέζια καί τή δόξα ἐκείνου τοῦ πάσχα. Ὁ Παῦλος περιορίζεται μόνο νά πεῖ: «Ἀγαθά ἅ ὀφθαλμός οὐκ οἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη». Οὔτε αὐτί τά ἔπιασε, οὔτε καρδιά τά αἰσθάνθηκε, οὔτε νοῦς τά συνέλαβε, οὔτε κανείς ποτέ μπόρεσε νά τά πλησιάσει. Αὐτά εἶναι τά ἀγαθά στό οὐράνιο πάσχα.

Τό ἄλλο πού μᾶς λέει ὁ Κύριος εἶναι ὅτι θά εἴμαστε ὅλοι ὅμοιοι μέ αὐτόν. Ὅπως αὐτός ἀναστήθηκε, ἔτσι κι ἐμεῖς θ’ ἀναστηθοῦμε. Τό δέ ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μοντέλο, εἶναι τό πρότυπο τῶν σωμάτων πού θά ἔχουμε ἐμεῖς μετά τήν ἀνάσταση. Κι ὅπως ὁ Χριστός ἦταν καί στά Ἰεροσόλυμα καί στή Γαλιλαία τήν ἴδια στιγμή, ἔτσι κι ἐμεῖς θά ἔχουμε πανταχοῦ παρουσία, θά ἔχουμε παντοδυναμία, θά ἔχουμε πανσοφία. Καί βέβαια ὁ Χριστός τά ἔχει αὐτά ἀπόλυτα, ἐμεῖς θά τά ἔχουμε σχετικά. Καί θά βλεπόμαστε, καί θά γνωριζόμαστε. Θά γνωριζόμαστε! Τότε θά γνωριζόμαστε. Τώρα εἶναι τό παραπέτασμα τῆς σαρκός καί ἡ ὑποκρισία, πού δέν ἀφήνει νά γνωριστοῦμε. Τότε θά γνωριζόμαστε, θά βλεπόμαστε, θά συνεννοούμαστε, θά συνδεόμαστε, θά ἐπικοινωνοῦμε, καί θά ἀπολαμβάνουμε. Θά χαιρόμαστε, καί θά άγαλλόμαστε, θά ψάλλουμε, καί θά ὑμνοῦμε τόν Κύριο τῆς δόξης, τόν Κύριο πού ἔδωσε τό πρῶτο πάσχα γιά τύπο, τό δεύτερο πάσχα γιά τή δική μας ἀνάσταση καί πού προετοιμάζει τό τρίτο πάσχα, πού λαχταροῦμε, πού νοσταλγοῦμε, πού ἐπιθυμοῦν οἱ ψυχές μας. Μέ τή λαχτάρα αὐτή προσευχόμαστε σήμερα, πού ἀπολαμβάνουμε τό δεύτερο πάσχα, καί λέμε στόν Κύριο νά μᾶς ἀξιώσει νά ἀπολαύσουμε καί τό τρίτο Πάσχα. Κύριε, «ὦ Πάσχα τό μέγα καί ἱερώτατον, Χριστέ, ὦ Σοφία καί Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Δύναμις, δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου»!

(Στέργιος Ν. Σάκκος, ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)
στις 5:39 μ.μ.
Ετικέτες ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ